Ι. Ιστορία χωρίς κακούς
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Στο κοριτσάκι άρεσαν τα παραμύθια. Κάθε βράδυ λοιπόν, ο μπαμπάς του το έβαζε στο κρεβάτι, το σκέπαζε καλά και πριν του δώσει ένα φιλάκι για καληνύχτα, του έλεγε κι από ένα. Εκείνο το βράδυ, ο μπαμπάς ξεκίνησε το παραμύθι του όπως κάθε φορά.

-«Μπαμπά, όχι, δεν θέλω να υπάρχει κακιά μάγισσα στο παραμύθι», διαμαρτυρήθηκε το κοριτσάκι.
-«Δε θέλεις; Καλά, λοιπόν, πάμε πάλι. Ζούσε κάποτε σ’ ένα παλάτι μια μικρή πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα ήταν ένα χαρούμενο κοριτσάκι, που όλη μέρα έπαιζε και τραγουδούσε ευτυχισμένο. Ξαφνικά μια μέρα, άκουσε τους μεγάλους να συζητούν για έναν τεράαααστιο δράκο, που είχε εμφανιστεί το προηγούμενο βράδυ στο βασίλειό τους. Το κοριτσάκι…»
-«Μπαμπά, όχι, όχι δράκος στο παραμύθι, δεν θέλω δράκο».
-«Δεν θέλεις δράκο; Μα… Καλά. Για να δούμε τι θα γίνει. Mια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ζούσε μια χαρούμενη μικρή πριγκίπισσα, που δεν είχε ούτε μια στενοχώρια, ούτε ένα τόσο δα παράπονο, ούτε μια μικρούλα απογοήτευση». –«Και τι έκανε η πριγκίπισσα, μπαμπά;»

–«Και μετά, μπαμπά;»
-«Μετά πήγαινε στο κρεβάτι της, κοιμόταν και έβλεπε τα πιο ωραία όνειρα του κόσμου».
-«Αυτό μόνο;»
-«Χμ. Καμιά φορά έβλεπε και εφιάλτες, που την τρόμαζαν πολύ, γιατί δεν άντεχε να συμβαίνει τίποτε κακό στη ζωή της».
-«Και τι έβλεπε δηλαδή;»
-«Έβλεπε δράκους τεράστιους και μάγισσες κακές και μερικές φορές έβλεπε κι άλλα, πολλά και φοβερά, που την έκαναν να ιδρώνει στον ύπνο της και να βγάζει μικρές φωνούλες, σα γατάκι που έχει πέσει από το καλάθι του και ψάχνει φοβισμένο τη μαμά του. Φοβόταν η Ελενίτσα στον ύπνο της, όμως είχε καταλάβει πώς, όταν κοιμόταν, δε μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να αντιμετωπίζει με θάρρος, με υπνοθάρρος, όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά που έβλεπε μπροστά της.

Λοιπόν, μικρή μου, το παραμύθι τέλος, ώρα να κοιμηθείς κι εσύ».
-«Καληνύχτα μπαμπά».
-«Καληνύχτα, πριγκίπισσα».