Η Τσοπ Τσοπ και το Ένα Μήλο Την Ημέρα

Ήταν ένα μήλο, ακριβώς όπως όλα τα άλλα μήλα. Το όνομά του ήταν «Ένα Μήλο Την Ημέρα».
Το Ένα Μήλο Την Ημέρα είχε ένα μεγάλο πρόβλημα: κανένα από τα δύο παιδιά του σπιτιού δεν ήθελε να το φάει.
Έλεγαν ότι είχαν βαρεθεί να το βλέπουν κάαααθε μέρα, κάαααθε μήνα, κάααθε εποχή.
Έλεγαν ότι δεν ήταν γλυκό σαν την μπανάνα ή διαφορετικό όπως το μάνγκο ή ανοιξιάτικο όπως οι φράουλες.
Από τη μεγάλη του στενοχώρια που κανένας δεν το ήθελε, το Ένα Μήλο Την Ημέρα είχε ζαρώσει το κοτσάνι του και καθόταν αμίλητο στη φρουτιέρα.
Μέχρι που μια μέρα, μυρίστηκε τη λύπη του και το επισκέφτηκε η Τσοπ Τσοπ, η σοφή κινεζούλα. Η Τσοπ Τσοπ δεν μπορούσε να ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, αλλά άνοιξε την καρδιά της και κοίταξε το μήλο καλά-καλά.
Μετά, με τη μικρή της φωνή, του είπε κάτι πολύ σοφό. Το μήλο δεν μπόρεσε όμως να την ακούσει, γιατί η Τσοπ Τσοπ η κινεζούλα έστεκε πάνω στα πανύψηλα πόδια της. Το μήλο άρχισε λοιπόν να χοροπηδά πάνω στη φρουτιέρα για να ακούσει τη σοφή της συμβουλή, που εγώ την ανακάλυψα γραμμένη πάνω σε ένα μικρό χαρτί.

«Κρύβεις μέσα σου μια έκπληξη που θα κάνει τους άλλους να σε λαχταρούν. Βοήθησέ τους όμως να την ανακαλύψουν».

«Και πώς θα το κάνω εγώ αυτό; Εγώ είμαι απλά και μόνο Ένα Μήλο Την Ημέρα. Υπάρχουν άλλα 364 μήλα το χρόνο, ολόιδια με μένα.»
«Για να σε δουν διαφορετικά, θα πρέπει κι εσύ να σκεφτείς διαφορετικά. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να είσαι χαρούμενο και όχι θλιμμένο». 
«Αυτό διορθώνεται εύκολα» απάντησε το μήλο και τέντωσε με κέφι το κοτσάνι του.
«Και τώρα θα πρέπει να ψάξουμε για αυτό το ξεχωριστό κατιτί που κρύβεις μέσα σου. Για άφησέ με να κοιτάξω.» είπε η Τσοπ Τσοπ και έκλεισε τα μάτια της. «Χμμμμ. Νομίζω ότι το βρήκα!» αναφώνησε και, χωρίς να χάσει λεπτό, ακούμπησε το Ένα Μήλο την Ημέρα με την άκρη του ξύλινου ραβδιού που είχε για πόδι της.
«Γαργαλιέμαι» χαχάνισε το Ένα Μήλο Την Ημέρα και κατρακύλησε στη φρουτιέρα από τα γέλια. Όταν κατάφερε να σταθεί και πάλι όρθιο, έμεινε με το στόμα ανοιχτό!
Η Τσοπ Τσοπ είχε σκαλίσει έναν ουρανό από αστέρια επάνω στην κόκκινη κοιλιά του. Και το Ένα Μήλο Την Ημέρα έλαμπε από ομορφιά.
«Ποιος θα μπορέσει να σου αντισταθεί τώρα;» φώναξε χαρούμενα η Τσοπ Τσοπ.
«Κανείς!» απάντησε χαρούμενο το μήλο.
«Και πού να ‘ξερες πόσες ακόμα εκπλήξεις κρύβεις μέσα σου...» ψιθύρισε η σοφή κινεζούλα.
Από το κατακόκκινο σώμα σου, μπορεί κανείς να πάρει κεραμίδια για να ζωγραφίσει το ομορφότερο σπίτι στο πιάτο του...
Αν η μαμά κόψει το φλούδι σου προσεκτικά, θα βγει ένας δράκος με μακριά ουρά και θα πετάξει στην κουζίνα...
Και άλλες 363 εκπλήξεις μπορεί να βρει κανείς μέσα σε Ένα Μήλο Την Ημέρα. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να κλείσει τα μάτια και να ψάξει.»
Το Ένα Μήλο Την Ημέρα ένιωθε τα μάγουλά του να αναψοκοκκινίζουν από χαρά. Πριν όμως προλάβει να ευχαριστήσει την Τσοπ Τσοπ για το μάθημα που του έδωσε, ένα χεράκι το βούτηξε από τη φρουτιέρα. Δύο μάτια κοίταξαν εντυπωσιασμένα τα αστέρια του και ένα στόμα άνοιξε διάπλατα για να το καταβροχθίσει με λαχτάρα.
Η Τσοπ Τσοπ έκλεισε με νόημα το μάτι στο παιδί και εκείνο αναφώνησε ενθουσιασμένο: «Δεν το ήξερα ότι τα μήλα έχουν γεύση αστεριού!»
«Όχι όποιο κι όποιο μήλο» του απάντησε σοφά η Τσοπ Τσοπ. «Μόνο το Ένα Μήλο Την Ημέρα». 
Από εκείνη τη μέρα και μετά, το παιδί έψαχνε για το Ένα Μήλο Την Ημέρα κάθε μέρα. Το ίδιο και η ζηλιάρα αδερφή του.
Και το Ένα Μήλο Την Ημέρα ήταν χαρούμενο κάθε μέρα.     
Ο μόνος που δεν ήταν χαρούμενος, ήταν κάποιος που... τον είχαν κάνει πέρα.

Tη βοήθεια της Τσοπ Τσοπ ήρθε να ζητήσει και το γκρέιπφρουτ, που το έλεγαν ξινό, και η μπανάνα, που την έλεγαν χτυπημένη, και η φράουλα, που ήθελαν να την τρώνε όλη μέρα.
Τι συμβουλή να τους έδωσε άραγε;

Τυπώστε την ιστορία της Τσοπ Τσοπ εδώ!

Τα φιλάκια στα βαζάκια





Τα μικρά σου τα φιλάκια
θα τα κλείσω σε βαζάκια.
Κι όταν πια θα μεγαλώσεις,
θα 'χω φυλαγμένες δόσεις.

Ο Κλέφτης της Παιδικής Χαράς

Όταν τα παιδιά κατάλαβαν ότι ένας κλέφτης τρύπωνε μέσα στην παιδική χαρά στα κρυφά, θύμωσαν πολύ.

Ο κλέφτης έκλεβε το τραμπάλισμα από τις τραμπάλες και οι τραμπάλες δεν τραμπαλίζονταν πια.
Ο κλέφτης έκλεβε το τσουλήθρισμα από τις τσουλήθρες και οι τσουλήθρες δεν τσουλήθριζαν τα παιδιά.
Ο κλέφτης έκλεβε το στριφογύρισμα από το γύρω-γύρω-όλοι και το γύρω-γύρω-όλοι δεν στριφογύριζε πια.

Τραμπάλα χωρίς τραμπάλισμα. Ούτε οι δύο πιο δυνατοί μπαμπάδες του κόσμου μαζί δεν μπορούν να την τραμπαλίσουν.

Η Ιωάννα ήταν πολύ νευριασμένη και προειδοποιούσε ότι αν έβλεπε τον κλέφτη, θα τον ξεκούφαινε με τις τσιρίδες της που ήταν πιο δυνατές κι από συναγερμό.
Ο Μάξιμος ήταν πολύ θυμωμένος με τον κλέφτη και φώναζε ότι αν τον έπιανε στα χέρια του, θα τον έκανε σκόνη και θα τον φτυάριζε στο κουβαδάκι του.
Ο Βασιλάκης ήταν πολύ στενοχωρημένος και κλαψούριζε ότι αν συναντούσε τον κλέφτη, θα τον έπνιγε μέσα σε μια λίμνη από τα δάκρυά του.
Ο Θαλής ήταν μόνο λιγάκι σκεπτικός. Ήξερε ότι κάθε πρόβλημα έχει μία λύση και προσπαθούσε να σκεφτεί τη λύση αυτού του προβλήματος.



Παραμύθια Όνειρα Καληνύχτα



Από τη Σίσσυ Καραβία 

Ι. Ιστορία χωρίς κακούς

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Στο κοριτσάκι άρεσαν τα παραμύθια. Κάθε βράδυ λοιπόν, ο μπαμπάς του το έβαζε στο κρεβάτι, το σκέπαζε καλά και πριν του δώσει ένα φιλάκι για καληνύχτα, του έλεγε κι από ένα. Εκείνο το βράδυ, ο μπαμπάς ξεκίνησε το παραμύθι του όπως κάθε φορά.
«Ζούσε κάποτε σ’ ένα παλάτι μια μικρή πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα ήταν ένα χαρούμενο κοριτσάκι και το μόνο που χαλούσε τη χαρά του ήταν η κακιά μάγισσα, που έμενε σ’ έναν απομονωμένο πύργο μέσα στο παλάτι».
-«Μπαμπά, όχι, δεν θέλω να υπάρχει κακιά μάγισσα στο παραμύθι», διαμαρτυρήθηκε το κοριτσάκι.
-«Δε θέλεις; Καλά, λοιπόν, πάμε πάλι. Ζούσε κάποτε σ’ ένα παλάτι μια μικρή πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα ήταν ένα χαρούμενο κοριτσάκι, που όλη μέρα έπαιζε και τραγουδούσε ευτυχισμένο. Ξαφνικά μια μέρα, άκουσε τους μεγάλους να συζητούν για έναν τεράαααστιο δράκο, που είχε εμφανιστεί το προηγούμενο βράδυ στο βασίλειό τους. Το κοριτσάκι…»
-«Μπαμπά, όχι, όχι δράκος στο παραμύθι, δεν θέλω δράκο».
-«Δεν θέλεις δράκο; Μα… Καλά. Για να δούμε τι θα γίνει. Mια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ζούσε μια χαρούμενη μικρή πριγκίπισσα, που δεν είχε ούτε μια στενοχώρια, ούτε ένα τόσο δα παράπονο, ούτε μια μικρούλα απογοήτευση».   –«Και τι έκανε η πριγκίπισσα, μπαμπά;»
 -«Έπαιζε, η Ελενίτσα -Ελένη την έλεγαν την πριγκίπισσα- έπαιζε και τραγουδούσε και ζωγράφιζε και έτρωγε σταφύλια γλυκά και γλειφιτζούρια χρωματιστά και καραμέλες με μέντα και μπανάνες με σοκολάτα».
–«Και μετά, μπαμπά;»
-«Μετά πήγαινε στο κρεβάτι της, κοιμόταν και έβλεπε τα πιο ωραία όνειρα του κόσμου».
-«Αυτό μόνο;»
-«Χμ. Καμιά φορά έβλεπε και εφιάλτες, που την τρόμαζαν πολύ, γιατί δεν άντεχε να συμβαίνει τίποτε κακό στη ζωή της».
-«Και τι έβλεπε δηλαδή;»
-«Έβλεπε δράκους τεράστιους και μάγισσες κακές και μερικές φορές έβλεπε κι άλλα, πολλά και φοβερά, που την έκαναν να ιδρώνει στον ύπνο της και να βγάζει μικρές φωνούλες, σα γατάκι που έχει πέσει από το καλάθι του και ψάχνει φοβισμένο τη μαμά του. Φοβόταν η Ελενίτσα στον ύπνο της, όμως είχε καταλάβει πώς, όταν κοιμόταν, δε μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να αντιμετωπίζει με θάρρος, με υπνοθάρρος, όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά που έβλεπε μπροστά της.
Έπαιρνε, λοιπόν, μια βαθιά ονειροανάσα, κοίταζε στα μάτια τη μάγισσα και το δράκο και όποιον άλλο προσπαθούσε να την τρομάξει και άφηνε το όνειρο να την πάει εκεί που αυτό ήθελε και εκεί που μόνο εκείνο μπορούσε. Και κάπου, βαθιά βαθιά μέσα της, ήξερε πως όλα αυτά ήταν απλώς ένα όνειρο, μια ιστορία, που μπορούσε να την κάνει να ταξιδέψει με το μυαλό της και να ζήσει πράγματα σπουδαία και μοναδικά, ίσως τρομακτικά, ίσως και λίγο αστεία, αλλά σίγουρα πράγματα που μόνο μια πριγκίπισσα μπορούσε να ζήσει, μια πριγκίπισσα με μεγάλη φαντασία, εξυπνάδα και όρεξη για περιπέτεια. Κι έτσι, όταν ξυπνούσε, είχε πάντα κάτι συναρπαστικό να σκεφτεί και πάντα ένα λόγο να νιώθει γενναία και περήφανη για τον εαυτό της.
Λοιπόν, μικρή μου, το παραμύθι τέλος, ώρα να κοιμηθείς κι εσύ».
-«Καληνύχτα μπαμπά».
-«Καληνύχτα, πριγκίπισσα».

Η ανυπόμονη πορτοκαλιά


Με το που ξεμούδιασε από το χιονιά
η ανυπόμονή μου η πορτοκαλιά
χίλια μάτια πέταξε λευκά
βιαστικά να δουν μικρά.
Οι μέλισσες το μυρίστηκαν
πως γρήγορα θ’ ανθίσουν
και ζουζουνίζοντας χαρά
τρελά τα τριγυρίζουν.

Η κυρά-Σαρακοστή

Απ’ το φούρνο της κουζίνας,
μια Δευτέρα Καθαρή,
ξεπετάχτηκε αφράτη
η κυρά-Σαρακοστή.

Από ζυμάρι είναι φτιαγμένη*
αλλά δεν έχει στόμα,
γιατί νηστεύει.

Τα χέρια της κρατάει σταυρωμένα
και προσέχευται διαρκώς,
μα όχι παραπονεμένα.

Πάνω στα πόδια της πατάει
τα επτά
και την Πασχαλιά της περιμένει
καρτερικά.
Εγώ ένα πόδι τη βδομάδα θα της κόβω
κι αυτή θα με μαλώνει που απ’ όλα τρώω.


Η κυρά-Σαρακοστή μπορεί να είναι μία παλιά παράδοση αλλά εγώ την ανακάλυψα κυριολεκτικά προχθές. Τη βρίσκω γοητευτική ως χαρακτήρα, ειδικά αν την βάλω να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τα παιδιά μου. Τι θα είχαν να πουν μεταξύ τους; Και πώς εμπνέεις σε ένα τετράχρονο το ιδανικό της υπομονής όταν και η ίδια αισθάνεσαι σαν τετράχρονο ως προς την υπομονή σου; 
*Η κυρά-Σαρακοστή είναι φτιαγμένη από μισό κιλό αλεύρι, ένα κουτάλι αλάτι και περίπου μισό φλιτζάνι νερό. Την απλώνουμε με πλάστη, της δίνουμε σχήμα με το μαχαίρι και την ψήνουμε στο φούρνο.